ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   
 

Γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται σε εταιρία Πληροφορικής μέχρι σήμερα. Πλούσια κληρονομιά ο παππούς του Σταύρος Καρακάσης, λογοτέχνης, μουσικολόγος και Αλεξανδρινός ποιητής, όπως και Θείος του ο Κώστας Καρακάσης καταξιωμένος συγγραφέας του σήμερα. 


Απο τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Βασιλιάς ΙΚΕΛΟΣ.

Κύριο Μενού

 

 

Μαγική Πόλη

 

του Νίκου Καρακάση 

 

 

«Τα βλέπεις τούτα τα πουλιά, είναι λεύτερα...»

 

Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν σε εκείνη την πόλη.  

 

Εύποροι ψιθύριζαν ερωτικούς μονόλογους αγκαλιασμένοι τρυφερά με φθηνές πόρνες της σειράς. Ρούχα προκλητικά, νύχια μισοφαγωμένα και φθηνή βαφή που μύριζε απαίσια πλανιόταν ολόγυρα τους, γελούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, όλοι παρέα έξω από την είσοδο των μαγαζιών με σήμα ένα βαρέλι μπύρας.

 

Αξιωματικοί ένστολοι βάδιζαν δήθεν αδιάφορα στα γύρω δρομάκια συζητώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους, προσέχοντας όμως κάθε κίνηση γυναικεία, κάθε ήχο από γόβα που πλήγωνε το πλακόστρωτο, κανένα βλέμμα δεν πήγαινε χαμένο, καμία κίνηση δεν έμενε ανεκμετάλλευτη και με στρατιωτική ετοιμότητα έκαναν υπόκλιση ευγενική, παρουσίαζαν το όνομα και τον θαυμασμό τους. Σαν πορτοφόλι που άνοιγε διάπλατα ξεδίπλωναν τον έρωτα τους σε κάθε γυναικείο χαμόγελο, μια νύχτα αναζητούσαν και ας κρατούσε λίγες ώρες.

 

Σκύλοι αδέσποτοι, κοντοπόδαροι με άσχημη ουρά, άλλοτε ψηλόλιγνοι με τουρλωτή κοιλιά και δόντια που έσταζαν σάλια, χάζευαν με απάθεια την μπάντα των μουσικών του δρόμου, μια πολύχρωμη φιέστα από γυναικεία φανταχτερά ρούχα μουσελίνας, σκούρου κόκκινου και ανδρών με λερωμένο φράκο, ψεύτικο όπως η ματιά τους.. Κομφετί πολύχρωμο και ήχοι τζαζ και ρούμπας γέμιζαν τα σοκάκια. Λίγο πιο κάτω, αχνά για τα αδύναμα μας μάτια, κάποιο ζευγάρι αγκαλιάστηκε, χόρεψε σφιχτά, η νύχτα τους ζάλισε, χάθηκαν μέσα στα στενά, θαρρείς τους κατάπιε το σκοτάδι..

 

Φθηνοί μάγοι στην πλατεία έβγαζαν τριαντάφυλλα από την χούφτα τους και ευγενικά το πρόσφεραν στην χαριτωμένη δεσποινίς που τους κοιτούσε με φανερή λαχτάρα. Δίπλα της αγέρωχος ο καβαλιέρος τάχα πειραγμένος την τραβούσε να συνεχίσουν την βόλτα τους. Έβαλε σπαθί να την κερδίσει πάλι, με λόγια γλυκά, βελούδινα και τρυφερά.

 

Κάποιοι ζογκλέρ πιο πέρα έφτυναν φωτιά μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια τους, το κορμί τους, ένα ανδρικό σφιγμένο κορμί, ταλαίπωρο μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια. Στην άκρη του δρόμου μια καμπουριαστή ζητιάνα, μάζευε στα ρούχα την ματιά της. Πρότεινε στην πόλη ένα καπέλο φαγωμένο, γκρίζο, τσαλακωμένο και κάποιες - ελάχιστες φορές - ο ήχος των κερμάτων που κουδούνιζαν καθώς έπεφταν μέσα στο καπέλο, την έκανε να ζωηρεύει το βλέμμα, να ορθώνει την ματιά στον άγνωστο σωτήρα. Και πάλι σαν τα βήματα απομακρύνονταν, με ένα κρυφό γέλιο κουλουριαζόταν μέσα στην χοντρή της ζακέτα με τα μαύρα και κόκκινα σχέδια, έκλεινε ξανά την πόλη μέσα στα σωθικά της.

 

Και στην μέση αυτής της μεθυσμένης πολιτείας, ένας υπέροχος ποταμός, με φωτισμένες όχθες από πυρσούς αναμμένους και αγκαλιές που σφιχτά αναστέναζαν πάνω σε μια μικρή βαρκάδα, ένα μικρό ταξίδι έρωτα κάτω από τον έναστρο ουρανό, μιας νύχτας μαγικής που απλωνόταν ευχάριστα σε κάθε θετική σκέψη.

 

Έτσι κυλούσε η ζωή σε αυτή την πόλη, σαν ένα μαργαριτάρι που δύσκολα μπορούσες να διακρίνεις αν είναι αληθινό ή ψεύτικο. Κάθε μέρα, κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε, κάποιος αγαπούσε και σίγουρα κάποιος πέθαινε, μα κηδεία δεν είδαμε ποτέ, όσο και να ρωτήσαμε, κανένας δεν ήξερε να μας πει αν είχε γίνει ποτέ κηδεία σε αυτό το μέρος. Κανείς τους δεν γερνούσε, όλοι παρέμεναν νέοι, άφθαρτοι λες και ο χρόνος δεν είχε θέση στο δέρμα τους. Έφτανε το δείλι και ξαναχυνόντουσαν ξανά από την αρχή, αέναος κύκλος , οι ίδιοι άνθρωποι στην ίδια αμαρτωλή πόλη, στις ίδιες πλατείες, τα ίδια χρώματα.

Τούτο το φαινόμενο, έμελλε να μας το εξηγήσει ένας αποτραβηγμένος καλόγερος που ζούσε λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτήν την πόλη σαν μας είδε να αποτραβιόμαστε στα βουνά τραβώντας την σκέψη μας μακριά από τούτη την μαγική πόλη..

 

«Τα βλέπεις;» μας είπε με ύφος ώριμο, γερασμένο «είναι λεύτερα, ακόμα και να τα σκοτώσεις, την λευτεριά τους δεν μπορείς να την κερδίσεις.. και ότι λεύτερο, αδύνατο να πεθάνει...»

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας