ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   
 

Γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται σε εταιρία Πληροφορικής μέχρι σήμερα. Πλούσια κληρονομιά ο παππούς του Σταύρος Καρακάσης, λογοτέχνης, μουσικολόγος και Αλεξανδρινός ποιητής, όπως και Θείος του ο Κώστας Καρακάσης καταξιωμένος συγγραφέας του σήμερα. 


Απο τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Βασιλιάς ΙΚΕΛΟΣ.

Κύριο Μενού

 

 

Ο βιολιστής της Ερμού

 

του Νίκου Καρακάση 

 

 

 

Το κάθε βήμα ασταθές, η κάθε ανάσα δίπλα μου μύριζε σαν πρωινή βαριά ανάσα αρρώστου, κάθε άνθρωπος απέναντι μου κλεισμένος στο κλουβί της σκέψης του, ένας μικρός ύπνος προσωπικός. Λένε ότι τα μάτια είναι η ψυχή των ανθρώπων, ε λοιπόν πίσω από αυτά τα μάτια κανείς δεν μπορούσε να δει τίποτα, μια ξέρα, μια νησίδα απαξίωσης είχε απλωθεί πίσω από αυτά τα μάτια. Ο ψηλός με το Tζην, κρυμμένος καλά πίσω από τα μαύρα του γυαλιά, η νεαρή, φοιτήτρια μάλλον, με το ξεφτισμένο παντελόνι, μια έκφραση νυσταγμένη και απόκοσμη, ένας κουστουμαρισμένος καθαρός, καλοχτενισμένος επαγγελματίας από τους πολλούς, καμία ιδιότητα δεν είχε πάνω του να ξεχωρίζει, σαν τους ανακατέψεις με άλλους τόσους, δύσκολα θα τον ξεχώριζες.. και μια γυναίκα όπου κάτω από τα μάτια, μια σκοτεινιά βάραινε την ψυχή της. Και τι θα γινόταν άμα την ρώταγες, ποιοί καημοί την κάνανε να βαριανασάνει; Τι ζει στην ζωή της που υφαίνει τις ρυτίδες στο πρόσωπο της;

 

Ω.. ο κάθε σταυρός για τον καθένα είναι προσωπικός ...και ο πιο βαρύς, ο Γολγοθάς διαφέρει από άτομο σε άτομο, αλλά το βάρος του σταυρού είναι ανάλογο με την σωματική του δύναμη, την ψυχική θα έλεγα εγώ..

 

«Στάση Σύνταγμα» ακούστηκε μια γυναικεία μεταλλική φωνή και ο κόσμος σαν να τους τράβηξε ένας αόρατος μαγνήτης τραβήχτηκε έξω με ταχύτητα. Μια θάλασσα ανάσας και πολύχρωμων υφασμάτων, μια θάλασσα χωρίς κύμα μα με ρυθμό ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες, ο ένας πίσω από τον άλλο πειθαρχημένα, αυτοματοποιημένα. Κάποια παιδιά, νεαροί φοιτητές γέμιζαν το υπόγειο του τρένου με τα γέλια τους, ελάχιστη νότα αλλαγής στους μουντούς ανθρώπους.

 

Σαν το ποντικό που βγάζει την μύτη έξω από το χώμα, ένιωσα μόλις είδα το φώς της ημέρας, μια ημέρας μουγκής από ήλιο με ένα απέραντο γκρίζο-άσπρο σύννεφο να απλώνεται σαν μπαμπάκι από πάνω μας.

 

Πάτησα τα βήματα του με δύναμη, έσπρωξα και κάνα δύο στο διάβα μου και χωρίς σκέψη οδηγήθηκα κοντά στο ταχυφαγείο, στην αρχή της Ερμού.

 

Στάθηκα να δω αν με κοιτάει κανείς.. ανόητη σκέψη, κανένα μάτι δεν με κοιτάει και τι να δει; Άλλη μια μέρα, σαν την χθεσινή. Άλλη μια μέρα θα καταπιώ το γάργαρο νερό της λύπησης και την ελάχιστη συνδρομή των περαστικών και με την σειρά μου θα χαρίσω.. ότι έχω να χαρίσω. Έβγαλα το βιολί από την θήκη, το έφερα στον ώμο μου, ξεροκατάπια, δάγκωσα τα χείλια μου..

 

Το βιολί ήταν κρύο, μουδιασμένο, το χάιδεψα με την άκρη των δαχτύλων μου, «πάμε» του είπα τρυφερά και άρχισα να τρίβω το δοξάρι πάνω στις χορδές του.  Σαν δέντρο που φυτεύτηκε σε εμπόλεμη περιοχή, σαν το λουλούδι που λαχτάρησε τον ήλιο, η μουσική μου περιπλανήθηκε, πλησίασε τους ανθρώπους, χάιδεψε τα αυτιά τους, τους τράβηξε από την σκέψη τους, ένα χαμόγελο φύτρωσε μέσα τους. Μου το έδωσαν, μαζί με κάποια ψιλά που κουδούνισαν μέσα στο φθαρμένο καπέλο μου.

 

Τι ποιο όμορφο από το να βλέπεις τον κατσούφη χαμογελαστό; Τον άρρωστο να τρέχει; Τον καταδικασμένο να έχει ελπίδες; Δεν είμαι εγώ αυτός που έδωσα τα τέτοια δώρα, αυτοί ανακαλύψανε τον άλλο τους εαυτό μέσα από τις σάρκες τους και έστω για δέκατα του δευτερολέπτου τον αμόλησαν να ακούσει, να δει την μουσική του βιολιού μου. Και δεν το κρύβω όσο πάλευα με τα αισθήματα των ανθρώπων, δεν έκοβα στιγμή να παίζω, δεν σταματούσα τον πόλεμο μαζί τους. Σαν ευωδιαστό παρτέρι, μύριζε ο ήχος του βιολιού, πολλοί σταμάταγαν για λεπτά να μυρίσουνε με βαθιά ανάσα τις νότες μου.. ω ναι, τι καλύτερο από ένα χαμόγελο στιγμής; Για χρόνια νόμιζα ότι τα λόγια είχαν την δύναμη του Αιόλου, ώσπου το βιολί μου έδειξε έναν άλλο δρόμο, πιο δραστικό, πιο ευθύ, πιο ανθρώπινο. Βλέπεις, ο άνθρωπος έχει μέσα του την σοφία, τις απαντήσεις, την αλήθεια και το ψέμα και όλη η ζωή του είναι ένας πόλεμος αντιθέσεων, ένας πόλεμος μεταξύ λογικής και αισθημάτων. Ω ναι, οι απαντήσεις είναι μέσα τους, το βλέπω σε κάθε δοξαριά, τις βλέπω να βγαίνουν αγκαζέ με ένα χαμόγελο!

 

Κάθε νότα, κάθε λύγισμα της χορδής, μια ελπίδα, ένα δάκρυ, ένα χρώμα της φύσης, μια πινελιά από χαρά, ένα πόνος λύπης. Μια ιστορία, μια μικρή παιδική ιστορία, από αυτές που όταν είσαι μόνος κλαίς, όταν το λες στα παιδιά γελάς, όταν την θυμάσαι μελαγχολείς. Ίδια ιστορία μα τόσο διαφορετική κάθε φορά..

 

Σούρουπο, να τα μαζεύω..

 

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας